slider ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ KIDS' CLOUD

Στο θέατρο με τη μαμά (μου)

Νοέμβριος 3, 2019

Θεωρώ μεγάλη ευτυχία το γεγονός, ότι ζω κοντά με τους γονείς μου.
Η αλήθεια είναι βέβαια, ότι αυτό δεν ορίστηκε 100% από τον παράγοντα τύχη, αφού με τον καλό μου επιδιώξαμε να δημιουργήσουμε την οικογένειά μας σε κοντινή απόσταση με το πατρικό μου.
Επιλέξαμε να ζήσουμε σε ένα σπίτι, που είναι εξίσου κοντά και στους γονείς μου και στους γονείς του, προνοώντας ότι θα τους χρειαστούμε όταν έλθει ένα παιδί, όπερ και έγινε, αλλά και γιατί κάποια στιγμή ίσως στο πολύ πολύυυυ μακρινό μέλλον μας χρειαστούν και εκείνοι.
Κάποιος, λοιπόν, θα φανταζόταν ότι αυτή η εγγύτητα σημαίνει και συχνή επικοινωνία και αντάμωμα με τους γονείς μας.

Όμως οι ρυθμοί της δικής μου καθημερινότητας δεν ευνοούν κάτι τέτοιο.
Θα έλεγα, ότι συμβαίνει μάλλον το αντίθετο.
Μιλάμε καθημερινά στο τηλέφωνο, συναντιόμαστε για ελάχιστα λεπτά όταν επιστρέφω σπίτι και έχει τύχει να είναι εκεί, ενώ τα Σαββατοκύριακα τρέχω να προλάβω, όσα δεν προλαβαίνω τις καθημερινές.
Είναι αυτή η κακή αίσθηση που έχουμε πως κάτι στη ζωή μας είναι δεδομένο και ενώ τώρα πια που έχω ωριμάσει ξέρω, ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο και πολύ περισσότερο οι γονείς μας που μεγαλώνουν, τα γρανάζια των μηχανών της ζωής, γυρίζουν τόσο γρήγορα, που ξεχνάμε αυτά τα σημαντικά εύθραυστα.

Οι γονείς μας, πάλι, έχουν μπει σε άλλους ρυθμούς και η ζωή τους κυλά με άλλες ταχύτητες, πιο αργές.
Έχουν μπει σε εκείνες τις δεκαετίες, όπου τα δυσάρεστα νέα της φθοράς της ζωής για συνομήλικους συγγενείς, φίλους και  γνωστούς πυκνώνουν και αναζητούν ακόμη περισσότερα ξέφωτα χαράς. Αυτά τα ξέφωτα δημιουργούνται από τα παιδιά και τα εγγόνια τους.
Οι επισκέψεις στο σπίτι τους γίνεται εορταστικό event ακόμη κι αν αυτό το συναπάντημα δεν κρατήσει πάνω από ένα 20λεπτο.
Ακόμη και γι’αυτό το 20λεπτο θα υπάρχει ποικιλία προτάσεων για κέρασμα και βέβαια, ένα τσαντάκι ετοιμασμένο με φροντίδα για το σπίτι, που μπορεί να έχει φρεσκοψημένη πίτα, φρούτα ή λαχανικά από τον κήπο που έχει κάποια γειτόνισσά τους στο χωριό και τα κράτησαν για εμάς, κουλουράκια που έφτιαξε η μαμά για τον καφέ κι ό,τι μπορεί να χωρέσει ο νους σου.

Όμως το ολιγόλεπτο πρωινό τηλεφώνημα και αυτά τα συναπαντήματα έχουν μια βιάση.
Δεν έχουν την άπλα εκείνη, που θα αφήσει τις σκέψεις και τα συναισθήματα να ξετυλιχθούν.
Στο λίγο διαθέσιμο χρόνο επιλέγεις, τί θα πεις.
Πολλές φορές μπορεί να έχεις ανάγκη να μοιραστείς κάτι περισσότερο, αλλά ξέρεις ότι δεν θα προλάβεις να το πεις όπως θέλεις και έτσι επειδή μπορεί να το πεις μισό και να αφήσεις λάθος εντύπωση, δεν το λες καθόλου -εάν καταλαβαίνετε τί εννοώ.

Με τη μαμά μου από μικρή μοιραζόμουν τα πάντα. Ήξερα ότι είναι ο μόνος άνθρωπος που δεν θα με παρεξηγήσει σε όποια τρέλα κι αν ακούσει από μένα.
Έχει ένα υπέροχο ταλέντο στο να ακούει.
Ακούει και δεν κρίνει.
Ακόμη κι αν προβληματιστεί με κάτι ή ανησυχήσει, δεν θα βγάλει αρνητισμό και επίθεση, αλλά μία έγνοια.
Λέει τη γνώμη της, αλλά δεν την επιβάλει.
Συνειδητοποιώ, ότι όσα χρόνια είμαι παιδί της δεν με έχει “μαλώσει”.
Και δεν εννοώ τις επιπλήξεις για τις ζημιές που έκανα ως παιδί.
Εννοώ ότι ακόμη και με επιλογές μου εκείνες,  που ήταν λάθος και που με είχε προετοιμάσει για τη συνέχεια, ποτέ δεν μου είπε, “Στο είχα πει”.
Όταν επέστρεφα πληγωμένη, ήξερα ότι θα με άκουγε και ποτέ δεν θα μου έλεγε (ούτε καν με τον τρόπο της), “Καλά να πάθεις”.

Πώς μου ήρθαν τώρα όλα αυτά, έτσι;

Πριν κάποιες ημέρες πήγαμε οι δυό μας στο θέατρο.
Μαμά και κόρη ένα απόγευμα Σαββάτου ξεκινήσαμε για το θέατρο “Πόλη” για την παράσταση “Σπασμένο Γυαλί”
Είχα κανονίσει εγώ τα εισιτήρια. Ήθελα να την βγάλω βόλτα.
Την πήρα με το αυτοκίνητο από το σπίτι και ήταν ντυμένη κοκέτα.
Θα μου πείτε, εκείνη είναι προσεγμένη ακόμη κι όταν πηγαίνει να πάρει ψωμί από το φούρνο, τώρα που θα είχε έξοδο δεν θα ήταν καλοντυμένη;
Φτάσαμε στο θέατρο και άρχισε να με ρωτάει,“Να σου πάρω κάτι να φας; Να σου πάρω κάτι να πιείς; Θέλεις νεράκι; Έχω μαζί μου κι ένα μπουκαλάκι κλειστό, αν θες.”  Όχι, μαμά μου. Ευχαριστώ, μαμά μου!
Στο διάλειμμα ξανά τα ίδια. “Μήπως  πείνασες; Θέλεις ένα γλυκό; Έχω καραμελίτσες; Τσίχλες; Ένα μικρό κουτάκι μπισκότα από αυτά που σου αρέσουν έχω στην τσάντα μου. Να σου το δώσω;” Όχι, μαμά μου. Ευχαριστώ, μαμά μου!
Είχε ξεχειλίσει από διάθεση φροντίδας κι απολάμβανε το έργο και το ότι ήμασταν οι δυό μας.

Μπορεί να μην είχαμε ατελείωτες ώρες μαζί, αν υπολογίσει κανείς και τη διάρκεια του έργου που ήταν 2 ώρες, όμως εκείνο το απόγευμα σε εκείνη την έξοδο, συνειδητοποίησα πόσο μου είχε λείψει η μαμά μου.
Όχι σαν παρουσία, όχι σαν επαφή, αλλά σαν ουσιαστική επικοινωνία που δεν μένει μόνο στα πρακτικά, στα καθημερινά. Συνειδητοποίησα ότι μέσα σε αυτό το λίγο χρόνο είπαμε τόσα πράγματα που δεν είχαμε πει εδώ και καιρό.
Γιατί εκεί ήμασταν οι δυό μας μόνες μας, που τελικά είναι πολυτέλεια, αφού όταν συναντιόμαστε πάντα κάποιος θα είναι κοντά μας.
Η κόρη μου, ο μπαμπάς μου, ο καλός μου, τα ανήψια μου, ο αδερφός μου, όλοι μαζί και οι φίλες της. Δεν έχουμε χρόνο οι δυό μας μόνες μας.
Στην πραγματικότητα δεν έχω δημιουργήσει εγώ αυτόν το χρόνο και αυτό είναι κάτι που με στεναχώρησε, όταν το συνειδητοποίησα.
Είδαμε την παράσταση (μας άρεσε πολύ – ένα έργο με πολλά μηνύματα και  καλές ερμηνείες) και επιστρέφοντας μοιραστήκαμε τις εντυπώσεις μας.
Την άφησα στο σπίτι και είχα μέσα μου μία περίεργη γαλήνη.
Σαν να με είχε γεμίσει ενέργεια, αυτό που λέμε ήρεμη δύναμη (may the force be with you – κι έχει γεννηθεί και 4 Μαϊου #MayThe4th).

Χωρίς να πω πολλά λόγια και να δώσω υποσχέσεις, αποφάσισα και είπα στον εαυτό μου, ότι θα κανονίζω τουλάχιστον μία φορά το μήνα (γιατί ξέρω ότι πιο συχνά στην παρούσα φάση είναι ουτοπικό) να βγαίνω βόλτα με τη μαμά μου.

Σινεμά, θέατρο, βόλτα για καφέ;
Κάπου, όπου θα παίρνω τη μαμά μου και θα πηγαίνουμε βόλτα οι δυό μας.
Χωρίς άλλους. Η μαμά μου κι εγώ.
Συγκοινωνούντα δοχεία αγάπης.

Μαμά Μαμαδοπούλου

No Comments

Leave a Reply

You Might Also Like

 

Εγγραφείτε στο newsletter για να μαθαίνετε νέα για εκδηλώσεις, βιβλία,
διαγωνισμούς κ.α.

Διεύθυνση email

Subscribe!