slider ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ KIDS' CLOUD

ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ

Οκτώβριος 8, 2015

Ένας από τους λόγους που θαυμάζω κάποιους δημιουργούς, είναι γιατί όταν έρχομαι σε επαφή με τα έργα τους, νιώθω ότι αγγίζω κομμάτια της ψυχής τους και μου δίνουν έμπνευση για να κάνω κι εγώ πράγματα και μάλιστα να προσπαθήσω να γίνω καλύτερος άνθρωπος.

Ο Αντώνης Παπαθεοδούλου είναι ένας από αυτούς. 

Είναι γνωστός από το συγγραφικό του έργο με τόσα καταπληκτικά παιδικά βιβλία που έχει γράψει, αλλά συμμετέχει ενεργά σε πολλές δράσεις με μεγάλη κοινωνική ευαισθησία, όπως τη δράση  της ibby για τα σχολεία που ήταν δική του πρωτοβουλία, “Το γέλιο κανει καλό” , αλλά και το βιβλίο “Play & Give της Playmobil” για το Όραμα της Ελπίδας (της Τράπεζας Εθελοντών Δοτών Μυελού των Οστών).

Λίγες μέρες πριν βρέθηκε  με το Σώμα Ελλήνων Προσκόπων σε μία Αποστολή στη Μυτιλήνη, που θα βοηθούσε τους πρόσφυγες που βρίσκονται στο νησί.

Επιστρέφοντας θέλησε να μοιραστεί μέρος της εικόνας που είδε και έζησε μέσα από ένα κείμενο στην προσωπική του σελίδα.

Λένε ότι μια εικόνα μιλάει μόνη της και ισούται με χίλιες λέξεις.

Όταν όμως πρέπει να χωρέσεις πολλές εικόνες σε μια φωτογραφία, τότε χρειάζονται οι λέξεις για να υπογραμμίσουν με φως κομμάτι  όσων έζησες.

Ένα κείμενό του έγινε μία φωτογραφία της ψυχής του.

Και είδα πολλά, αλλά λίγα από όσα είδε και έζησε εκείνος.

Όλο αυτό το διάστημα μέσα στην απελπισία που ζουν αυτοί οι άνθρωποι της προσφυγιάς, υπάρχει η ελπίδα ότι άλλοι άνθρωποι θέλουν να βοηθήσουν και κάνουν ό,τι μπορούν γι’αυτό κι ακόμη παραπάνω.

Οι ανάγκες τεράστιες και είναι σημαντικό να προσφέρουμε κι εμείς.

Το ελάχιστο για εμάς μπορεί να είναι το πιο σημαντικό για εκείνους.

Δεν έχω μείνει στα λόγια και συνεχίζω στην πράξη, όποτε μπορώ.

Κι όσο ρουφούσα το κείμενο με τη φωτογραφία της ψυχής του, ο Αντώνης Παπαθεοδούλου δημοσίευσε ένα video με μια γνώριμη εικαστική ματιά που είναι από τις αγαπημένες μου, αυτή της Ίριδας Σαμαρτζή .

Ένα υπέροχο video για μια ανθρωπιστική δράση.

Όλο τον Οκτώβριο οι Πρόσκοποι σε όλη την Ελλάδα συγκεντρώνουν φάρμακα για να στηρίξουν τη δράση των Γιατρών του Κόσμου .

Εάν θέλουμε να βοηθήσουμε να γεμίσει “Μια βάρκα φάρμακα για τους πρόσφυγες”, μπορούμε να απευθυνθούμε στις προσκοπικές εστίες της γειτονιάς μας (Τηλ : 210-7290097)

 

 

Τούτο το βιντεάκι δημιουργήθηκε από τη Stefi & Lynx Productions με εικαστικό της Ίριδας Σαμαρτζή και τη φωνή του Ρένου Χαραλαμπίδη.

Δεν θα πω κάτι περισσότερο εγώ αυτή τη στιγμή.

Αφήνω τις λέξεις της φωτογραφίας του Αντώνη Παπαθεοδούλου να μιλήσουν και στη δική σας ψυχή.

Τον ευχαριστώ που μπορώ να το μοιραστώ και μαζί σας.

“Μια φωτογραφία με λέξεις” 

Από τη B’ Αποστολή των Προσκόπων στη Μυτιλήνη

Μα τι συμβαίνει στο λιμάνι / κι έχουνε τόσοι μαζευτεί / τι κοσμοσυρροή κι αυτή / τι παρδαλό ανθρωπομάνι… Μόνο που δεν είναι ο ποιητής Διονύσης Καψάλης και ο Καβάφης που “στην πατρίδα του επιστρέφει”. Είναι χιλιάδες που φύγαν για πάντα από την πατρίδα τους. Είναι Σάββατο πρωί και είναι το λιμάνι της Μυτιλήνης. Και σε καλωσορίζει με μια εικόνα. Καμμιά μηχανή δεν μπορεί να τη φωτογραφίσει. Μόνο το μάτι που μπορεί να εστιάζει σε πολλά διαφορετικά σημεία σε δέκατα του δευτερολέπτου. Σε πρόσωπα, αγωνίες, γέλια, απελπισίες, μωρά, έφηβους, μαμάδες, μπαμπάδες. Μόνο το μάτι που εστιάζει και σχεδόν ταυτόχρονα κάνει “γενικό”, ανάγει την πληροφορία στο όλον… αυτή η αγωνία επί τόσο, αυτό το μωρό στην αγκαλιά επί τόσα… το μάτι κάνει πράξεις, διαβάζει…

Στο λιμάνι της Μυτιλήνης, γραμμένο με ανθρώπους, διαβάζει το παρακάτω μήνυμα: “επισκέπτη ό,τι είδες στην τηλεόραση, ό,τι διάβασες, ό,τι άκουσες, ό,τι νομίζεις ότι ξέρεις, τα συμπεράσματα σου, τα θυμωμένα share σου, τις απαντήσεις, τις απόψεις, πέτα τα όλα στη θάλασσα.

Καλώς όρισες στη Λέσβο”.

Κατεβαίνουμε 30 φορτωμένοι σακίδια και υλικά παιχνιδιών. Ανάμεσα στα χιλιάδες μαντήλια στο κεφάλι, ξεχωρίζουν μπλε μαντήλια στο λαιμό! Είναι οι Πρόσκοποι της Μυτιλήνης. Μας περιμένουν. Στην Εστία τους στα Τσαμάκια βρίσκονται ήδη οι Γιατροί του Κόσμου που θα μας μεταφέρουν με το βαν. Οι ομάδες και τα υλικά χωρίζονται.Το μικρό ταξίδι μας ξεκινά. Και είναι καταδικασμένο να μεταμορφώσει όλες μας τις απαντήσεις πάλι σε ερωτήσεις. Με την ομάδα που κατευθύνεται στη Μόρια. Μια πολιτεία απελπισμένων που δεν τη χωράει το μάτι. Ουρές. Εθελοντές που προσπαθούν. Εκμεταλλευτές που θησαυρίζουν.

Ένας χώρος με διπλά κάγκελα σαν φυλακή. Εκεί θα μπούμε. Είναι ο χώρος με τα ασυνόδευτα παιδιά. Ασυνόδευτα παιδιά. Γλωσσικό σημείο: “Η αδιάρρηκτη ένωση μιας έννοιας ή σημαινόμενου με μια ακουστική εικόνα ή σημαίνον”. “Ασυνόδευτα παιδιά”.

Η έννοια δεν τολμά να συνδεθεί με κάτι. Η σύνδεση δεν γίνεται.

Όμως να παίξουμε!

Ο Σπύρος έχει πάρει μια μπάλα και κουνάει εκφραστικά τα χέρια του, ένας κύκλος. Το παιχνίδι αναλαμβάνει. Τα παιδιά γελάνε. Μικροί, μεγάλοι έρχονται στον κύκλο. Έφηβοι με παιδικά χαμόγελα. Χτυπάμε μια μπάλα. Κάποιοι από μας είμαστε άχρηστοι στο βόλεϊ. Οι νέοι μας φίλοι γελούν συγκαταβατικά.

Όταν η μπάλα πάει στα συρματοπλέγματα τσακώνονται ποιος θα τη “σώσει”. Πιο δύσκολα, πιο αστεία, πιο παράξενα παιχνίδια. Οδηγίες. Φίλοι αυτοχρίζονται διερμηνείς ο καθένας στη γλώσσα του. Λαχανιάζουμε από την τρεχάλα, κινητικά τραγούδια, αστείοι παγκόσμιοι στίχοι. Δεξιά και αριστερά από το Μάριο οι μικροί διερμηνείς του, μεταφράζουν τη λέξη τσικαμπούμ στα φαρσί.

Γελάμε. Παιχνίδι. Τραγούδι. Παιχνίδι. Τραγούδι. Παιχνίδι. Αυτό ξέρουμε καλύτερα. Σιγά σιγά… το πιο αισιόδοξο συμπέρασμα του κόσμου: Η απόλυτη φρίκη δεν πείραξε τίποτα.

Η παιδικότητα είναι εκεί απείραχτη, ολόλαμπρη, περιμένει το σινιάλο, μια μπάλα, ένα σχοινί, έναν κύκλο να εμφανιστεί. Σαν παιδάκι που ανοίγει την καταπακτή του τανκς, τσεκάρει δειλά τί παίζει και βγαίνει τρεχάλα! Η παιδικότητα είναι εκεί, ανέγγιχτη.

Στον 15χρονο που χοροπηδά με ένα τσιγάρο στο στόμα, στον άλλο που τρέχει στα χαλίκια ξυπόλητος και τον κυνηγάμε να βάλει παπούτσι.

“Τα παιδιά είναι παιδιά, Ντομένικο Σοριάνο, τα παιδιά είναι παιδιά”.

Ένας μικρούλης είναι μόνος του, του φτιάχνω ένα οριγκάμι… με το που με βλέπει να διπλώνω χαρτιά φεύγει τρέχοντας πανικόβλητος και μπαίνει στο κατάλυμά του.

Ουπς! Τί έκανα; Μήπως δεν έπρεπε; Α, όχι φέρνει μαρκαδόρους, πολύ άσπρο είναι το χαρτί μου! Το παιχνίδι τα έχει νικήσει όλα. Παίζουμε. Απολαμβάνουμε το συμπέρασμα της παιδικότητας που αντέχει. Παίζουμε.

Φεύγουμε. “Καμπακτομόρο”. Βάλε τώρα την ατάκα στο σακίδιό σου και περπάτα αν μπορείς: “Καμπακτομόρο”. Μπορείς; Περπάτα.

Απόγευμα. Καθαρισμός παραλίας. Η παραλία δεν φαίνεται. Είναι κάτω από βάρκες και σωσίβια.

Οι πρόσφυγες με το που μας βλέπουν ζητούν να βοηθήσουν να μαζέψουμε, παίρνουν γάντια και φτυάρια και τσουγκράνες μαζί μας.

Τα χέρια μαζεύουν σκουπίδια, τα μάτια διαβάζουν όμως. Έχω καθαρίσει πολλές φορές χώρους. Όμως αυτά που βάζουμε στις σακούλες τώρα δεν είναι σκουπίδια. Είναι ιστορίες. Ένα σωσίβιο που κάποιος φορούσε, παιδικά ρούχα, βάρκες για 40 άτομα ακόμα γεμάτες νερό, δύο φωτογραφίες ταυτότητας, η μία είναι παιδιού, πού είναι τώρα; ρούχα, ξυραφάκια, οδοντόκρεμες, μέρες που ξεκίνησαν καλά ή όχι, παπούτσια που περπάτησαν, μια πάνα μωρού, ένα χαρτάκι διπλωμένο με mail και τηλέφωνα (των καλών ή των κακών τα τηλέφωνα;), ένας φίλος λέει γλυκόλογα στο παιδί του στο τηλέφωνο τη στιγμή που μαζεύει σωσίβια στο νούμερό του!

Το χέρι πετάει, πετάει, το μάτι διαβάζει αγχωμένα… δεν είναι σκουπίδια, τίποτα μην πεταχτεί, είναι ιστορίες, ε τότε να τις πούμε, όλες αν είναι δυνατόν, τίποτα μην πεταχτεί στα σκουπίδια. Να τις πούμε όλες. Να μην ξεχάσουμε καμμία. Η παραλία είναι πάλι παραλία.

Η κούραση αναλαμβάνει. Συμβούλιο. Να οργανωθούμε για αύριο. Ποιος θα πάει που, Μόρια, Καρά Τεπέ, Λιμάνι, καθαρισμοί. Δεν οργανώνουμε τίποτα. Λέμε τι νιώσαμε. Κανείς δεν θέλει να μιλήσει και μιλάμε όλοι.

Να πάρουμε πίσω ένα σωσίβιο ο καθένας, για την ψυχή μας, λέει εκείνος που μιλούσε στο τηλέφωνο. Ο Βασίλης προσπαθεί να μπει στη θέση των παιδιών, πώς ένιωσαν. Ο Στρατής μάς λέει για τη Σαπφώ και για τις ιστορίες που κρύβει ο τόπος. Ο Θοδωρής για την απλότητα της προσφοράς. Μια βόλτα στη Μυτιλήνη που παραμένει υπέροχη και δεν πτοείται, αλλάζει -ελάχιστα- τη διάθεση. Στην επιστροφή ξαστεριά έξω από το κατάλυμα. Η ζώνη του Ωρίωνα, η αγαπημένη του γιου μου.

Τα παιδιά είδαν κάτι μαύρο να πλησιάζει. Με φωτάκια σαν αναμένα κινητά. Είναι βάρκα! Τι να κάνουν; Τι να κάνουν; Κατεβαίνουν. Δώστε τους νερό. Τι άλλο να κάνεις; Τι άλλο μπορείς; Είναι χαρούμενοι που έφτασαν. Πού έφτασαν; Νερό. Τι άλλο να κάνεις.

Μακάρι να μπορούσες να τους σπρώξεις πίσω, να τους σπρώξεις με όλη σου τη δύναμη… να σπρώξεις τη βάρκα με τόσο μεγάλη δύναμη που να υποχρεώσεις το σύμπαν σε ένα τεράστιο rewind… να αρχίσουν όλες οι βάρκες να ξαναφουσκώνουν, να γεμίζουν οικογένειες να γυρίζουν πίσω, να ξαναμπαίνουν στη βάρκα όσοι χάθηκαν, να ξανακερδίζουν οι οικογένειες ό,τι έχασαν, να τα χάνουν όλα οι δουλέμποροι, να γυρίζουν προς τα πίσω τους δρόμους που περπάτησαν, να χάνονται μια μια οι φρικιαστικές εικόνες από το μυαλό, να φτάνουν στις γειτονιές τους, τα σπίτια να ξαναχτίζονται… Να ΄χες τη δύναμη για ένα τεράστιο rewind!!!

Τουλάχιστον νερό.

Εικόνες που καμμιά μηχανή δεν μπορεί να φωτογραφίσει.

Μόνο λέξεις για τη Μυτιλήνη. Μόνο λέξεις. Πρωί. Ο Στρατής μας πάει σε ένα μυστικό εκκλησάκι χωμένο στο βράχο. Είναι η Παναγιά η Γαλατούσα, που έφτιαξαν οι πόρνες μιας άλλης προσφυγιάς, τόσο πρόσφατης. Αυτό το νησί αφηγείται πάντα την ίδια ιστορία. Έχει και η προσφυγιά την πατρίδα της. Μπορεί και να είναι η Λέσβος η πατρίδα της.

Χωρισμός σε ομάδες. Παιχνίδια στο λιμάνι. Φοβισμένα παιδιά. Πιο φοβισμένοι μπαμπάδες. Ένα μπαλόνι σπάει τον πάγο. Ελάτε να παίξουμε. Μπαλόνια παντού. Οι ουρές για τα εισητήρια τεράστιες. Μια σπίθα διαφωνίας κι αρχίζει ένας τσακωμός. Ξύλο, κλωτσιές, μπουνιές… τα παιδιά μεταφέρουν το χορό και το παιχνίδι λίγο πιο δίπλα. Κλωτσιές, μπουνιές.

Ένα παιδάκι μπήγει τα κλάμματα. Δεν μπορεί να βλέπει τη βία. Ποια βία ρε άσχετε; Το παιδάκι κλαίει γιατί του πήρε ο αέρας το μπαλόνι! Άσχετε πρωτευουσιάνε, κλωτσιές βλέπει κάθε μέρα! Είπαμε ξέχνα ό,τι ήξερες. Το μπαλόνι τού έφυγε.

Εντάξει έχουμε μπαλόνια.  Η Δήμητρα και η Σπυριδούλα κάνουν κάποιο μαγικό και οι τσέπες τους έχουν πάντα μπαλόνια. Δεν έχουμε μπάλες. Σκάσανε 2 χθες. Καλά πόσο ανοργάνωτοι. Πάω να πάρω μπάλες. Δεν έχει πουθενά. Σκηνές έχουν όλοι, παντού σκηνές και υπνόσακοι. Μπάλα;

Αλλαγή βάρδιας. Καθαρισμοί σε χώρους που πλένονται και τρώνε πρόσφυγες γύρω από το μνημείο. Διάφοροι καλοντυμένοι ευρωπαίοι σημαδεύουν με τηλεφακούς ανθρώπους που πολεμάνε να πλυθούν αξιοπρεπώς. Αν δούμε κάποτε τις φωτογραφίες τους σε γκαλερί στο Λονδίνο δεν θα καμαρώσουμε.

Ένα παιδί 5 χρονώ με τη μαμά του τρέχει προς το πουθενά. Η μπλούζα του και το πρόσωπό του είναι γεμάτα αίματα. Ο Γιάννης πρώτα αρπάει το φαρμακείο και τρέχει και μετά σκέφτεται. Έτσι είναι το σωστό.

Οι Πρόσκοποι έχουν φαρμακείο, έχουν γάζες, αντισηπτικά έχουν γνώσεις, έχουν ένα μπαλόνι και ένα χαμόγελο, ο μικρός έχει ένα μεγάλο σκίσιμο στο κεφάλι, θέλει ράμματα, οι ντόπιοι Πρόσκοποι έχουν τηλέφωνο, η Μυτιλήνη έχει ασθενοφόρο που έρχεται σε πέντε λεπτά, έχει νοσηλευτές που καθησυχάζουν το παιδί και τη μαμά του, έχει νοσοκομείο που το πηγαίνουν αμέσως, η Μυτιλήνη έχει, έχει, έχει, έχει ακόμα για όλους. Δεκάδες χιλιάδες πέρασαν κι αυτή έχει.

Το ταξίδι της επιστροφής δεν μοιάζει με του Σαββάτου. Στο κατάστρωμα μοιραζόμαστε σκέψεις. Η Άννα προσπαθεί να μην ξεχάσει το όνομα Μοαέζ; Φοαέζ; Δεν είναι σκέψεις. Είναι θυμός. Ο κόσμος μας βλέπει με μαντήλι στο λαιμό και νομίζει ότι είμαστε κάποιου είδους αρμόδιοι. Μας ρωτούν για εισητήρια, καμπίνες, τηλέφωνα.

Ένα κοριτσάκι βλέπει τον Παναγιώτη με το μαντήλι και του χαμογελά δειλά. Μα ναί! Παίζαμε το πρωί μαζί της! Φυσικά τον αναγνώρισε! Τουλάχιστον μέχρι την Αυστρία, τη Γερμανία, τον όποιο προορισμό της, όπου δει μαντήλι θα ξέρει τι σημαίνει. Δεν θα χρειαστεί μπαλόνι. Φρόντισε ο Παναγιώτης γι΄αυτό.

Το πλοίο είναι γεμάτο πρόσφυγες. Παιδιά κι άλλα παιδιά κι άλλα παιδιά κοιμούνται στις μοκέτες του πλοίου. Μεγάλοι “τους ανήλικους παίρνουν στον ώμο ενώ κι αυτοί ψάχνουν το δρόμο”. Οι αντιστοιχίες των ηλικιών σε ανατριχιάζουν. Λες κάνω ένα κομμάτι της διαδρομής τους. Είμαι για μερικές ώρες πρόσφυγας. Δεν είναι έτσι. Κάνεις ένα κουραστικό και άβολο ταξίδι για να γυρίσεις στο σπίτι. Κάνουν το αντίστροφο. Η Ιθάκη τους βομβαρδίστηκε. Κάνουν με το κουράγιο του Οδυσσέα το ταξίδι αντίστροφα, χωρίς Ιθάκη. Χωρίς σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους. Με φρίκη, απογοήτευση, απειλές, απώλεια, θάνατο. Αυτά τους προσφέρει η χαμένη Ιθάκη. Το πλοίο φτάνει. Η Υπόσχεσή σου δεν λέει πια “…το καθήκον μου” και τέτοια. Η Υπόσχεσή σου μάγκα μου λέει “καμπακτομόρο.” Το αντέχεις; Όχι. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Μια τρύπα στο νερό ό,τι κάνω… “Καληνύχτα Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ, καληνύχτα”. Μια στιγμή, να προσθέσω κι άλλη ερώτηση:

-Αντέχεις την πραγματικότητα των προσφύγων;
-Όχι.
-Αντέχεις να μην στάθηκες έστω και λίγο δίπλα τους;
-100 φορές όχι.
Do the math.
Το πλοίο έφτασε. Έχει ξημερώσει.
Λοιπόν καλημέρα Κεμάλ. Εμείς ό,τι μπορούμε θα το κάνουμε. Καλημέρα.

 

No Comments

Leave a Reply

You Might Also Like

 

Εγγραφείτε στο newsletter για να μαθαίνετε νέα για εκδηλώσεις, βιβλία,
διαγωνισμούς κ.α.

Διεύθυνση email

Subscribe!